Κυριακή, 28 Οκτωβρίου 2012

ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 28 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ


Τώ καιρώ εκείνω, ήλθεν προς τον Ιησούν ανήρ ώ όνομα Ιάειρος, καί αυτός άρχων τής συναγωγής υπήρχε: καί πεσών παρά τούς πόδας τού Ιησού παρεκάλει αυτόν εισελθείν εις τόν οίκον αυτού, ότι θυγάτηρ μονογενής ήν αυτώ ως ετών δώδεκα, καί αύτη απέθνησκεν.

Εν δέ τώ υπάγειν αυτόν οι όχλοι συνέπνιγον αυτόν. Καί γυνή ούσα εν ρύσει αίματος από ετών δώδεκα, ήτις ιατροίς προσαναλώσασα όλον τόν βίον ουκ ίσχυσεν υπ᾿ ουδενός θεραπευθήναι, προσελθούσα όπισθεν ήψατο τού κρασπέδου τού ιματίου αυτού, καί παραχρήμα έστη η ρύσις τού αίματος αυτής. Καί είπεν ο Ιησούς: τίς ο αψάμενός μου; αρνουμένων δέ πάντων είπεν ο Πέτρος καί οι σύν αυτώ: επιστάτα, οι όχλοι συνέχουσί σε καί αποθλίβουσι, καί λέγεις τίς ο αψάμενός μου;

Ο δέ Ιησούς είπεν: ήψατό μου τις: εγώ γάρ έγνων δύναμιν εξελθούσαν απ᾿ εμού. Ιδούσα δέ η γυνή ότι ουκ έλαθε, τρέμουσα ήλθε καί προσπεσούσα αυτώ δι᾿ ήν αιτίαν ήψατο αυτού απήγγειλεν αυτώ ενώπιον παντός τού λαού, καί ως ιάθη παραχρήμα. Ο δέ είπεν αυτή: θάρσει, θύγατερ, η πίστις σου σέσωκέ σε: πορεύου εις ειρήνην.

Έτι αυτού λαλούντος έρχεταί τις παρά τού αρχισυναγώγου λέγων αυτώ ότι τέθνηκεν η θυγάτηρ σου: μή σκύλλε τόν διδάσκαλον. Ο δέ Ιησούς ακούσας απεκρίθη αυτώ λέγων: μή φοβού: μόνον πίστευε, καί σωθήσεται. Ελθών δέ εις τήν οικίαν ουκ αφήκεν εισελθείν ουδένα ει μή Πέτρον καί Ιωάννην καί Ιάκωβον καί τόν πατέρα τής παιδός καί τήν μητέρα έκλαιον δέ πάντες καί εκόπτοντο αυτήν.

Ο δέ είπε: μή κλαίετε: ουκ απέθανεν, αλλά καθεύδει. Καί κατεγέλων αυτού, ειδότες ότι απέθανεν. Αυτός δέ εκβαλών έξω πάντας καί κρατήσας τής χειρός αυτής εφώνησε λέγων: η παίς, εγείρου. Καί επέστρεψε τό πνεύμα αυτής, καί ανέστη παραχρήμα, καί διέταξεν αυτή δοθήναι φαγείν. Καί εξέστησαν οι γονείς αυτοίς. Ο δέ παρήγγειλεν αυτοίς μηδενί ειπείν τό γεγονός.

Απόδοση στη νεοελληνική:
Τον καιρό εκείνο, ήλθε προς τον Ιησού κάποιος, ονομαζόμενος Ιάειρος, ο οποίος ήτο αρχισυνάγωγος, και έπεσε εις τα πόδια του Ιησού και τον παρακαλούσε να έλθη εις το σπίτι του, διότι είχε μια μοναχοκόρη, ηλικίας περίπου δώδεκα ετών, που ήτο ετοιμοθάνατη.

Ενώ δε ο Ιησούς επήγαινε, ο κόσμος τον συνέθλιβε. Κάποια γυναίκα, που έπασχε από αιμορραγίαν δώδεκα χρόνια και είχε εξοδέψει όλην την περιουσίαν της σε γιατρούς και δεν μπόρεσε να θεραπευθή από κανένα, ήλθε κοντά του από πίσω, άγγιξε την άκρη του ενδύματός του και αμέσως εσταμάτησε η αιμορραγία της. Και ο Ιησούς είπε, «Ποιός με άγγιξε;».

Επειδή δε όλοι το ηρνούντο, είπε ο Πέτρος και όσοι ήσαν μαζί του: «Διδάσκαλε, ο κόσμος σε έχει περικυκλωμένον και σε συνθλίβει και συ λες, «Ποιός με άγγιξε;». Ο Ιησούς όμως είπε, «Κάποιος με άγγιξε, διότι αισθάνθηκα ότι εβγήκε δύναμις από εμένα». Όταν είδε η γυναίκα ότι δεν διέφυγε την προσοχήν, ήλθε με τρόμον, έπεσε στα πόδια του, και του είπε μπροστά σ’ όλον τον κόσμο την αιτίαν, δια την οποίαν τον άγγιξε και πως αμέσως εθεραπεύθηκε. Αυτός δε της είπε, «Έχε θάρρος, κόρη μου, η πίστις σου σε έσωσε, πήγαινε εις ειρήνην».

Ενώ ακόμη μιλούσε, έρχεται κάποιος από το σπίτι του αρχισυναγώγου και του λέγει, «Η θυγατέρα σου πέθανε, μην ενοχλής πλέον τον διδάσκαλον». Ο δε Ιησούς, όταν το άκουσε, του είπε, «Μη φοβάσαι• μόνον πίστευε και θα γίνη καλά». Όταν έφθασε εις το σπίτι, δεν επέτρεψε σε κανένα να μπη μαζί του, παρά εις τον Πέτρον, τον Ιωάννην και τον Ιάκωβον και εις τον πατέρα του κοριτσιού και εις την μητέρα. Έκλαιγαν δε όλοι και την θρηνολογούσαν. Αυτός δε είπε, «Μην κλαίτε• δεν επέθανε αλλά κοιμάται». Και τον ειρωνεύοντο, διότι ήξεραν ότι είχε πεθάνει.

Αλλ’ αυτός αφού έβγαλε όλους έξω, έπιασε το χέρι της και εφώναξε, «Κορίτσι, σήκω επάνω». Και επέστρεψε το πνεύμα της, εσηκώθηκε αμέσως, και ο Ιησούς διέταξε να της δώσουν να φάγη. Οι γονείς της εξεπλάγησαν, αυτός δε τους παρήγγειλε να μη πουν σε κανένα τι συνέβη.

                                                                                      ΠΗΓΗ: ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΟ ΒΗΜΑ 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...