Τετάρτη, 3 Οκτωβρίου 2012

ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΠΑΤΡΩΝ ΚΑΙ ΗΛΕΙΑΣ ΙΕΡΟΘΕΟΣ ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ (1892-1903) Ο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΑΔΑΜΑΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ


 Στίς 25 τοῦ μηνός Σεπτεμβρίου, ἐτελέσαμε τά θυρανοίξια τοῦ ἐκ βάθρων ἀνακαινισθέντος Ἱεροῦ Ναοῦ τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου, τοῦ Ἐπισκοπείου Πατρῶν, ὁ ὁποῖος ἀνηγέρθη τό ἔτος 1899 ὑπό τοῦ ἀλήστου μνήμης, Ἀρχιεπισκόπου Πατρῶν καί Ἠλείας Ἱεροθέου τοῦ Μητροπούλου.
Ὁ ἴδιος Ἀρχιερεύς, εἶναι καί ὁ κτήτωρ τοῦ Ἐπισκοπείου Πατρῶν (1898), ἱδρυτής πολλῶν φιλανθρωπικῶν σωματείων, ἀγωνιστής ὑπέρ τῆς εὐσεβοῦς ἡμῶν πίστεως καί ὑπερασπιστής τῶν ἱερῶν καί τῶν ὁσίων τοῦ Γένους μας, ὡς διάδοχος ἡρώων καί μαρτύρων ὑπέρ τῆς Πίστεως καί τῆς Πατρίδος.

Ἱερόθεος ἀγάπησε τήν Πάτρα, καί κατά τά δέκα χρόνια πού ἐποίμανε τόν Λαό τοῦ Θεοῦ στήν Ἀποστολική μας Μητρόπολη, ἠνάλωσε τόν ἑαυτό του, ὡς λαμπάς καιομένη, φωτίζουσα μέ τάς φεγγοβόλους ἀληθείας τῆς πίστεώς μας, θερμαίνουσα καί γλυκαίνουσα μέ τήν θαλπωρή τῆς ζεούσης ἀγάπης πρός τά πνευματικά του παιδιά.
Πατραϊκός Λαός ἐτίμησε τόν λαμπρό του Ποιμενάρχη, τόν ἐνθυμεῖται μέ σεβασμό καί ὑποκλίνεται στήν μνήμη του, ἐνῷ πολλοί εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι περνοῦν ἀπό τόν Ἱερό Ναό τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου καί ἀνάβουν κερί πάνω στόν τάφο του, εὐγνωμονοῦντες γιά ,τι προσέφερε στήν Ἀποστολική πόλη καί Μητρόπολή μας.
Κεντρική ὁδός τῆς πόλεως εἶναι ἀφιερωμένη σ’ αὐτόν τόν μεγάλο ἐκκλησιαστικό ἄνδρα, ὁ ὁποῖος ἀνεσυγκρότησε τήν Μητρόπολή μας καί συνήγειρε τίς ψυχές τῶν Ὀρθοδόξων εἰς ἀγῶνας πνευματικούς. Εἶχε τήν ἱκανότητα νά συγκεντρώνῃ πέριξ αὐτοῦ συνεργάτας τούς ἀρίστους, γιά νά προωθῆται τό ὅλο Ἐκκλησιαστικό ἔργο, τό ὁποῖο ἐκάλυπτε ὅλους τούς τομεῖς (Λειτουργική ζωή, κατήχηση, θεῖο κήρυγμα, κοινωνική προσφορά, συγγραφικό ἔργο). Γιά τήν ἐποχή του ἦτο πολύ προοδευτικός καί  πρωτοπόρος, ἦτο ὁραματιστής.
Βοηθοί στό ἔργο του καί ἀρωγοί στήν προσπάθειά του, Κυρηναῖοι στόν Γολγοθᾶ του, οἱ ἀείμνηστοι Ἀρχιμ. Εὐσέβιος Ματθόπουλος, Ἠλίας Βλαχόπουλος, Πολύκαρπος Συνοδινός, Εὐγένιος Οἰκονόμου, Σπυρίδων Γιαννουλέας, Γαβριήλ Παπανικολάου, Γαβριήλ Φραγκούλιας κλπ.  
Στό Ἐπισκοπεῖο Πατρῶν εὑρέθη ἕνα τετράδιο, χειρόγραφο τοῦ ἀοιδίμου Ἀρχιεπισκόπου Ἱεροθέου, ὅπου σημειώνει μέ τό ἁγιασμένο χέρι του, πολλά στοιχεῖα ἄγνωστα σέ μᾶς, τόσο γιά τήν προσωπική του ζωή, ὅσο καί γιά κάποια ἀπό τά ἔργα του. Εἶναι περίληψη ἑνός μέρους τῆς εὐλογημένης ζωῆς του.
Μεταφέρομε κάποια στοιχεῖα ἀπ’ ὅσα διεσώθησαν στό προαναφερθέν τετράδιο.
Γράφει ὁ ἀοίδιμος Ἱερόθεος:
«Ἐγεννήθην εἰς Τρεστενά, χωρίον τοῦ Δήμου Δημητζάνης τῆς Γόρτυνος, τόν Ἰούλιον τοῦ 1839, ἐκ γονέων εὐσεβῶν Νικολάου καί Αἰκατερίνης. Βαπτισθείς δέ ὀνομάσθην Πέτρος.
Κατά τό τέταρτο ἔτος τῆς ἡλικίας μου ἤρχισα τά ἱερά γράμματα ἀπό τό «Σταυρέ(+) βοήθει μοι», α.β.γ. κλπ., μαθητευόμενος παρά τῆς διδασκαλίσσης τοῦ χωρίου Πελαγίας, καλογραίας οὔσης.
Τό 10-11 ἔτος τῆς ἡλικίας μου, ἐξ ἀναγνώσεως ἱερῶν βιβλίων, διηγέρθη ἐν τῇ καρδίᾳ μου ὁ πόθος καί ἡ ἐπιθυμία νά γίνω μοναχός. Τήν ἐπιθυμίαν μου ταύτην ἐδήλωσα πρός τούς γονεῖς μου ζητῶν παρ’αὐτῶν τήν εὐλογίαν καί τήν ἄδειαν πρός τόν σκοπόν τοῦτον. Ἀλλ΄ ὁ πατήρ μου τό πρῶτον δέν ἤθελε να μοί ἐπιτρέψῃ, καθ’ ὅτι ἤμην τό τελευταῖον τέκνον του καί μέ ἠγάπα περισσότερον τῶν ἄλλων ἀδελφῶν μου, ὡς υἱόν τοῦ γήρατός του. Τελευταῖον, ὅμως μετά 2 ἤ 3 ἔτη, βλέπων τήν ἐπιμονήν μου πρός τόν μοναχικόν βίον, ἔδωκέ μοι τήν ἄδειαν, εἰπών μοι τά ἀξιοσημείωτα ταῦτα: “Παιδί μου δέν θέλω νά σέ ἐμποδίσω πλέον ἀπό τόν δρόμον τῆς ἐπιλογῆς σου, ἵνα μή ἁμαρτήσω πρός τόν Κύριον. Πήγαινε μέ τήν εὐχήν μου καί ἄς στερηθῶ ἐγώ τῆς σωματικῆς προστασίας σου, ἵνα εὕρω ψυχικήν βοήθειαν”.
Λαβών οὕτω τήν ἄδειαν καί τήν εὐχήν τῶν σεβαστῶν μου γονέων ὡδηγήθην εἰς τήν Μονήν τοῦ Μεγάλου Σπηλαίου τήν 12ην τοῦ μηνός Ὀκτωβρίου τοῦ 1853 καί ὑπετάγην εἰς τόν σεβάσμιον Γέροντα Ἱερόθεον Πετρόπουλον, Προηγούμενον, μεμακρυσμένον συγγενῆ μου, τοῦ ὁποίου ἔλαβον καί τό ὄνομα, ὅτι τό 1857 ἔλαβον τήν κουράν τοῦ μοναχοῦ...».
Διαβάζοντας αὐτό τό συγκλονιστικό κείμενο διαπιστώνουμε τά ἑξῆς.
Ὁ μακαριστός Ἱεράρχης ἐγεννήθη σέ χρόνους δύσκολους καί μάλιστα σέ μιά περιοχή ὀρεινή ὅπου οἱ ἄνθρωποι ἀγωνίζονταν γιά τό ζῆν κάτω ἀπό σκληρές συνθῆκες. Ὅμως ποτέ δέν ἔχασαν τήν πίστη τους στόν ἀληθινό Θεό. Αὐτή ἡ πίστη τούς ἐστήριξε καί τούς ἐβοήθησε νά μεγαλουργήσουν. Ἀπό αὐτά τά κακοτράχαλα τά βουνά, ἀναδείχθηκαν μεγάλες προσωπικότητες τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς Πατρίδος. Αὐτά τά πέτρινα «πεζούλια» ἀνέδειξαν τόν Ἅγιο Ἐθνοϊερομάρτυρα Γρηγόριο τόν Ε΄, τόν Ἐθνεγέρτη Παλαιῶν Πατρῶν Γερμανό, καί τόσους ἄλλους Κληρικούς καί Λαϊκούς, οἱ ὁποῖοι ἔδωσαν τήν ζωή τους καί τό αἷμα τους γιά τόν Χριστό καί τήν Ἑλλάδα.
«Ὁ πατέρας του ἦτο ἀπό τά παλληκάρια τοῦ Θεοδώρου Κολοκοτρώνη, τοῦ Πανουργιᾶ καί τοῦ Πλαπούτα. Ἐπικεφαλῆς 30-40 συγχωριανῶν του εἶχε λάβει μέρος στίς κυριώτερες μάχες τοῦ 1821: Καρύταινα, Λάλα, Τρίκορφα, Τρίπολη, Πάτρα, Δερβενάκια, Ἄργος...» (Ἀρχιμ. Ἠλία Μαστρογιαννοπούλου, Ἱερόθεος Μητρόπουλος, ὁ φωτισμένος Ἱεράρχης, Ἑπτάλοφος, Ἀθῆναι 1993, σελ. 7).
Ἐντυπωσιάζει, ἀπό τίς σημειώσεις τοῦ μακαριστοῦ Ἱεροθέου, ἡ ἀναφορά του στήν δασκάλα του, ἡ ὁποία ἦτο μοναχή, «καλογραία», ὡς χαρακτηριστικά σημειώνει. Ἡ ἀναφορά αὐτή εἶναι μιά ἀπάντηση σέ ὅσους διάκεινται ἀρνητικά στόν ρόλο πού ἔπαιξε ἡ Ἐκκλησία μας σέ πολύ δύσκολες καί σκληρές περιόδους γιά τό Γένος μας, τότε πού οὔτε Σχολεῖα συγκροτημένα ὑπῆρχαν, οὔτε Παιδεία ὀργανωμένη, οὔτε καί δάσκαλοι. Ὅμως ἡ ψυχή τοῦ Λαοῦ ἔμεινε ὄρθια, γιατί τά Ἑλληνόπουλα γαλουχήθηκαν μέ τά νάματα τῆς πίστεως στόν Θεό καί τῆς ἀγάπης στήν Πατρίδα. Διατηρήθηκε ἡ γλῶσσα μας, ἡ Ὀρθόδοξη ταυτότητά μας, ἡ ἰδιοπροσωπία μας. Πόσα χρωστᾶμε στούς Μοναχούς καί τίς Μοναχές μας πού κρατώντας τό κερί καί τό «χτωήχι» στό χέρι ἀνάστησαν τίς ἀποσταμένες τοῦ Γένους ἐλπίδες!
Συγκινεῖ ἐπίσης, τό ὅτι στήν ἡλικία τῶν τεσσάρων ἐτῶν              —ναί, τῶν τεσσάρων ἐτῶν!— μαθαίνοντας τήν «Ἄλφα-βῆτα», ἄρχισε τήν μαθητεία καί στά ἱερά γράμματα μέ τήν φράση «Σταυρέ(+) βοήθει μοι». Γιά κάποιον πού γνωρίζει ἀπό διδακτική μέθοδο δέν εἶναι παράδοξο ὅτι ὁ Ἱεράρχης σημειώνει τό Σταυρό μέ τό ἱερό του σχῆμα. Ὑπάρχει ἡ διδακτική ἀρχή: «Δίδασκε ἐποπτικῶς». Φαίνεται καθαρά ὅτι ἡ ἁπλῆ καλογραία, μέ τίς γνώσεις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, χρησιμοποιοῦσε σωστή διδακτική μέθοδο, παρουσιάζοντας τόν Τίμιο Σταυρό στόν νεαρό Πέτρο, τίς Ἱερές Εἰκόνες καί τά ἄλλα τῆς Ἐκκλησίας μας ἱερά σύμβολα. Μέσα ἀπό τέτοια κατάθεση ψυχῆς τῆς «καλογραίας» Πελαγίας, ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ἡ Ἑλλάδα, ἡ Πάτρα ἐκέρδισαν καί ἀπήλαυσαν ἕνα Ἱεράρχη μεγάλου πνευματικοῦ βεληνεκοῦς. Τί θά εἶχαν νά εἴπουν ἆρα γε σήμερα ὅσοι ὑποστηρίζουν τήν «ἄθεη» παιδεία καί τά «ἄθεα» γράμματα, γιά νά θυμηθοῦμε τά λόγια τοῦ μεγάλου Ἐθνοϊερομάρτυρος καί Ἐθναποστόλου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ;
Ὅμως ἡ καρδιά πάλλει ἀπό συγκίνηση καί ἡ ψυχή καταλαμβάνεται ἀπό δέος, ὅταν ἀναγινώσκῃ κανείς τά περί τοῦ πόθου του 11/ετοῦς Πέτρου νά γίνῃ μοναχός. Ποιός ἐφύτευσε σ’ αὐτή τήν ἁγνή παιδική ψυχή αὐτόν τόν πόθο; Εὔκολα θά ἔδιδε κάποιος τήν ἀπάντηση. Ἡ «καλογραία»! Ἀλλ΄ ὄχι. Τόν πόθο αὐτό σέ μιά παιδική ψυχή, τόν τόσο ἱερό πόθο, γιά τήν ὁλοκληρωτική ἀφιέρωση στόν Θεό, δέν τόν φυτεύει ἄνθρωπος, ἀλλ’ ὁ ἴδιος ὁ Θεός. Ἡ Πελαγία δέν ἐδίδασκε μόνο τόν Πέτρο, ἀλλά καί τά ἄλλα παιδιά τοῦ χωριοῦ. Ὁ Πέτρος ὅμως ξεχώρισε. Ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ τόν εἶχε θαυμαστά ἐπισκιάσει.
Θά σταθῶ καί στήν ἀντίδραση τοῦ πατέρα, ὅταν ἐπληροφορήθη τήν ἐπιθυμία τοῦ μικροῦ του υἱοῦ νά μονάσῃ «Τό παιδί μου, θέλει νά γίνῃ μοναχός. Τό παιδί θά πάῃ στό Μοναστήρι. Καί εἶναι ἡ ἀπαντοχή μου. Τό τελευταῖο, τό ἀγαπημένο μου παιδί...». Ἡ πρώτη ἀντίδραση φαίνεται φυσιολογική. Ὅλοι οἱ γονεῖς κάνουν κάποια ὄνειρα γιά τά παιδιά τους. Κάποιες φορές ἡ ἀντίδραση εἶναι μεγαλύτερη. Ἀλλ’ ὁ Πέτρος ἐπιμένει. Ὁ πατέρας κατανοεῖ. Εἶναι θέλημα Θεοῦ. Γονατίζει προσεύχεται, δίδει τήν εὐχή του στό παιδί. Ἀληθῶς δέν μπόρεσα νά συγκρατήσω τά δάκρυά μου, διαβάζοντας τά ὅσα σημειώνει ὁ ἀείμνηστος Προκάτοχός μου ἐπ’αὐτοῦ. Ἀποκαλεῖ τά λόγια τοῦ πατρός του «ἀξιοσημείωτα», καί ὄντως εἶναι. «Παιδί μου πάρε τήν εὐχή μου, δέν θέλω νά σέ έμποδίσω... ἵνα μή ἁμαρτήσω πρός Κύριον... ἄς στερηθῶ ἐγώ τῆς σωματικῆς προστασίας σου, ἵνα εὕρω ψυχικήν βοήθειαν...».
Τί ὑπέροχα λόγια, βγαλμένα ἀπό τήν ψυχή ἑνός ἀγράμματου, ταπεινοῦ, βουνήσιου ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος θεολογεῖ μέ τῆς καρδιᾶς του τήν ἁπλότητα καί τήν πηγαία εὐσέβεια!
Τίποτα δέν εἶναι δικό μας. Ὅλα εἶναι δῶρα τοῦ Θεοῦ. Ἡ ζωή μας, τά παιδιά μας, ὅλα τά ἀγαθά... εἶναι εὐλογία τοῦ Θεοῦ. Ὁ πατέρας προσφέρει μέ τήν καρδιά του στόν Θεό, ἀντίδωρο τῆς οὐράνιας δωρεᾶς Του, τό ἴδιο τό παιδί του. «Τά σά ἐκ τῶν σῶν, σοί προσφέρομεν Κύριε...».
Ἔτσι ἀρχίζει ἡ θαυμαστή πορεία τοῦ Ἱεροθέου γιά τίς πνευματικές κορυφές, μιά πορεία πού ἄρχισε ἀπό τό χωριό Τρεστενά, σημερινή Μελισσόπετρα τῆς Ἀρκαδίας, καί κατέληξε στήν μεγαλώνυμη Πάτρα.
Τήν πορεία αὐτή θά παρακολουθήσουμε στό Β’ μέρος τῆς ἀναφορᾶς μας στήν προσωπικότητα τοῦ ἀοιδίμου Ἱεροθέου. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...