Τετάρτη, 25 Νοεμβρίου 2015

Ι. Ναός Παντανάσσης: αξιόλογο δείγμα της Πατρινής Belle Époque* Του Γεωργίου Ι. Ανδρουτσόπουλου Λέκτορα του Εκκλησιαστικού Δικαίου στη Νομική Αθηνών – Δικηγόρου


Ι. Ναός Παντανάσσης:

αξιόλογο δείγμα της Πατρινής Belle Époque*

Του Γεωργίου Ι. Ανδρουτσόπουλου

Λέκτορα του Εκκλησιαστικού Δικαίου στη Νομική Αθηνών – Δικηγόρου

Στη διασταύρωση των οδών Αλ. Υψηλάντη και Παντανάσσης, στα ΝΑ της κεντρικής πλατείας Γεωργίου Α´, βρίσκεται ο περικαλλής Ι. Ναός της Παντανάσσης. Στις 14 Ιανουαρίου 1986, με απόφαση της τότε Υπουργού Πολιτισμού Μελίνας Μερκούρη (ΑΡΧ/Β1/Φ31/61752/1305), μετά και τη σύμφωνη γνωμοδότηση του Τοπικού Συμβουλίου μνημείων Ν.Δ. Ελλάδος, ο Ναός χαρακτηρίζεται ως «κτίριο που χρειάζεται ειδική κρατική προστασία», καθώς αποτελεί αξιόλογο δείγμα της εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής της Πατρινής Belle Époque (Ε.τ.Κ. Β´ 58/21.2.1986). Μάλιστα, ως ζώνη προστασίας του μνημείου ορίζεται το οικοδομικό τετράγωνο μέσα στο οποίο εντάσσεται, καθώς και η πλατεία που διαμορφώνεται στη δυτική πλευρά του. Ο ισχυρός σεισμός της 8ης Ιουνίου 2008, μεγέθους 6,5 βαθμών της κλίμακας Ρίχτερ, προκαλεί στον Ναό σοβαρές υλικές ζημιές. Το έργο της αποκαταστάσεως δύσκολο … Οι διαδικασίες χρονοβόρες και τα περιθώρια ανελαστικά … Την 1η Οκτωβρίου 2009 εγκρίνεται από τον τότε Υπουργό Πολιτισμού Αντ. Σαμαρά η μελέτη αποκαταστάσεως, ενώ, μετά από τις σύντονες προσπάθειες του Σεβ. Μητροπολίτου Πατρών κ. Χρυσοστόμου, το έργο εντάσσεται, με απόφαση της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος της 10 Ιουλίου 2012 (αριθ. 2946) στο ΕΣΠΑ.

Όπως έχουμε ήδη σημειώσει με άλλη αφορμή (ΠτΚ 11.10.2015), με τον Νόμο για τις ενορίες του 1910 (ν. 3596) ο ενοριακός Ναός αποκτά, πρώτος, νομική προσωπικότητα, η οποία προσδιορίζεται ως δημοσίου δικαίου το 1923. Καθόσον αφορά ειδικώς στην περιοχή των Πατρών, μετά από πρόταση του επί των Εκκλησιαστικών Υπουργού Απ. Αλεξανδρή, εκδίδεται στις 17 Μαρτίου 1912 από τον Γεώργιο Α´ Βασιλικό Διάταγμα «περί ορισμού των ενοριών των χωρίων του δήμου Πατρέων» (φύλλο Α´/110). Μεταξύ των 8 ενοριών της πόλεως των Πατρών ορίζεται, υπό στοιχείο γ´, και «η της Παντανάσσης». Ωστόσο, η ενορία της Παντανάσσης υπήρχε, εν τοις πράγμασι, παλαιόθεν, με τα σχετικά προς τούτο τεκμήρια να μην είναι λίγα… Ιδού, ενδεικτικώς, μερικά·


Στον “Κώδικα Μέρτζιου”, στα έγγραφα, δηλαδή, από τα κρατικά αρχεία της Βενετίας που αναφέρονται στην ιστορία των Πατρών (Δημοτική Βιβλιοθήκη Πατρών, 2010), δημοσιεύεται το από 27 Ιανουαρίου 1713 έγγραφο προς τον Προβλεπτή Πατρών Marco Barbarigo, με το οποίο εκφράζεται η υποστήριξη προς τον τότε Μητροπολίτη Παλαιών Πατρών Χριστοφόρο [Αντωνόπουλο]. Μεταξύ των υπογραφόντων είναι και ο “Γεωργιως ιερευς κε εφυμερηος τις παντανασσας” (σ. 273).

II. Πριν το 1821 η οικεία ενορία περιλάμβανε δύο ναούς· του Αγ. Γεωργίου και της Παντανάσσης.

Την 1 Σεπτεμβρίου 1810, ο ιερέας Ιωάννης Λοντοτσακίρης, από το Σοποτό Καλαβρύτων, αναλαμβάνει επικεφαλής εφημέριος της ως άνω ενορίας. Όπως αναφέρει ο ίδιος στην Αυτοβιογραφία του, η οποία δημοσιεύεται από τον Κ. Κυριακόπουλο στον Τιμ. Τόμο Κ. Ν. Τριανταφύλλου (Β´, 1993), «η εκκλησία του Αγ. Γεωργίου ομού και της Παντανάσσης έλαβον ανάγκην διά εφημέριον πέμπτον και ικανόν επειδή και η ενορία ήτο εκτεταμένη» παρακάλεσαν οι επίτροποι και οι πρόκριτοι της ενορίας τον Μητροπολίτη να τον μεταθέσει εκεί από την ενορία της Αγ. Τριάδας, ώστε να τον γνωρίζουν «ως προεστώτα της ενορίας των δύο εκκλησιών». Στην ενορία επανήλθε, μετά από βαριά ασθένεια, το 1818. Τότε οι επίτροποι «επλήρωσαν τον μητροπολίτην δια το εμβατοίκιον [= το ποσό που κατέβαλε ο ιερέας, ως δώρο, στον Επίσκοπο για τον διορισμό του σε ενορία] γρ(όσια) 500» ώστε να νέμεται την ενορία Αγ. Γεωργίου και Παντανάσσης εφ´ όρου ζωής, του έδωσαν δε «οικίαν της εκκλησίας να κατοικεί χωρίς να δίδει ενοίκιον και όλα τα προνόμια, καθώς και πρότερον».

Στο Δελτίο της Χριστιανικής Αρχαιολογικής Εταιρείας (Β´, 1894) ανακοινώνεται ότι στη συλλογή του μουσείου της, η οποία ενσωματώθηκε το 1923 στο Βυζαντινό Μουσείο, περιλαμβάνεται το με αριθ. 1408 ενταλτήριο γράμμα της 13 Σεπτεμβρίου 1818 του Π. Πατρών Γερμανού, που έχει γραφεί, σύμφωνα με τη μαρτυρία του δωρητή, τότε Αρχιερατικού Επιτρόπου Πύργου π. Θεοδοσίου Οικονόμου, από τον διάκονό του Θεόφιλο [Βλαχοπαπαδόπουλο]. Με αυτό ανατίθεται στον ιερομόναχο Σωφρόνιο «το της πνευματικής πατρότητος λειτούργημα εις τον μαχαλέν [= συνοικία: βλ. Σ. Βυζάντιου, Λεξικόν, 1835, σ. 52] αγίου Γεωργίου και Παντανάσσης…».

Ένας Γάλλος περιηγητής, ο J.Mangeart, ο οποίος μετείχε στο εκστρατευτικό σώμα, που, υπό τον στρατηγό Maison, κατέλαβε, το 1828, την Πελοπόννησο, στo βιβλίο του “Souvenirs de la Morée“ (1830) αναφέρει για τους ναούς της πόλεως των Πατρών ότι «Υπάρχουν την στιγμή αυτή στας Πάτρας πέντε εκκλησίες…», εκ των οποίων οι τρεις πρώτες είναι αφιερωμένες στην Παρθένο.

Στα Γενικά Αρχεία του Κράτους και στον φάκελο με αριθμό 27 του Υπουργείου της Θρησκείας απόκειται η απογραφή των ιερών ναών, που έγινε το 1830, από τον Μητροπολίτη Θηβών, έκτακτο εκκλησιαστικό τοποτηρητή Π. Πατρών Αγαθάγγελο [Μυριανθούση]. Στον κατάλογο αυτό, που επιγράφεται «Καταγραφή των ιερέων της υπό την εκκλησιαστικήν έκτακτην [τοποτηρητείαν] επαρχίας Παλαιών Πατρών» και επισυνάπτεται στην από 9 Μαΐου 1830 αναφορά του ανωτέρω Μητροπολίτη προς την «επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Παιδεύσεως γραμματείαν», περιλαμβάνεται και η «Εκκλησία της Παντανάσσης», η οποία έχει τρεις (3) εφημερίους: τους «Δημήτριον ιερέα εντόπιον και Ν[ικόλαον] ιερέα Νεζερίτην [= εκ Νεζερών] και Ανδρέαν ιερέα μη ιερουργούντα διά την απουσίαν του νοός αυτού». Μάλιστα, οι δύο εκ των άνω εφημερίων της Παντανάσσης, ιερείς Δημήτριος και Νικόλαος, υπογράφουν, μεταξύ άλλων κατοίκων των Πατρών, την από 6 Ιουνίου 1832 επιστολή – έκκληση προς τον έκτακτο εκκλησιαστικό τοποτηρητή Π. Πατρών Μητροπολίτη Αγαθάγγελο, η οποία απόκειται στα Γενικά Αρχεία του Κράτους και ειδικότερα στο Αρχείο του Υπουργείου των Εκκλησιαστικών και στον με αριθ. 689 Φάκελο υπό τον τίτλο «Παλαιών Πατρών Επισκοπή». Με την εν λόγω επιστολή δηλώνουν την αντίθεσή τους με την απόφαση της εν Ναυπλίω Διοικητικής Επιτροπής να αντικαταστήσει στην τοποτηρητεία της επαρχίας Π. Πατρών τον Μητροπολίτη Αγαθάγγελο με τον ιερομόναχο Θεόφιλο [Βλαχοπαπαδόπουλο] και ζητούν από τον Αγαθάγγελο να εξακολουθήσει να ποιμαίνει «και του λοιπού την λογικήν ποίμνην της επαρχίας ταύτης»…

Σε δωρητήριο έγγραφο μεταξύ συζύγων, το οποίο συντάσσεται στις 18 Οκτωβρίου 1837 ενώπιον του Συμβολαιογράφου Πατρών Παύλου Παπαδιαμαντόπουλου και εκδίδεται με τους κανόνες της διπλωματικής από τον Αγ. Τσελίκα το έτος 2000 (Δικαιοπρακτικά έγγραφα κ.λπ.), αποκείμενο στην Ι. Μονή Χρυσοποδαριτίσσης, παρίσταται, μεταξύ άλλων, ως μάρτυρας και ο βαφέας Αθανάσιος Κωνσταντινόπουλος, κάτοικος «ενορίας Παντανάσσης».

  

Ο ναός της Παντανάσσης «πρωταγωνιστεί» και σε ένα έγγραφο (αριθ. πρωτ. 68) του Διοικητή Αχαΐας, το οποίο, με ημερομηνία 17 Ιανουαρίου 1845 και θέμα «Περί των κατά την εορτήν του Αγίου Διονυσίου συμβάντων», απευθύνεται προς το επί των Εκκλησιαστικών υπουργείο και βρίσκεται στα Γενικά Αρχεία του Κράτους. Σύμφωνα με αυτό, ο τότε Επίσκοπος Αχαΐας (πρόκειται για τον Γρηγόριο Γ´ [Δενδρινό], τον από Ευδοκιάδος: βλ. E. Gerland, Neue Quellen zur Geschichte des lateinischen Erzbistums Patras, 1903, σ. 255), αφαιρεί «άνευ λόγου» από τον πρωτοσύγκελό του Θεόφιλο [Βλαχοπαπαδόπουλο], διάκονο του Π. Πατρών Γερμανού και μετέπειτα Αρχιεπίσκοπο Αθηνών, στο πλαίσιο της «συστηματικής [κατ´ αυτού] καταφοράς του», τις αρμοδιότητες του αρχιερατικού επιτρόπου. Σημειωτέον ότι ο Θεόφιλος, λόγω «των προς την πατρίδα εκδουλεύσεών του, της αμέμπτου διαγωγής του, της εκκλησιαστικής παιδείας του και της αφιλοκερδείας του», είχε κερδίσει τον σεβασμό και την αγάπη των κατοίκων όχι μόνο της πόλεως των Πατρών, αλλά όλου του Νομού Αχαϊας και Ηλίδος. Με δεδομένη αυτήν τη γενική αποδοχή, οι εν Πάτραις Ζακυνθινοί προκαλούν τον Θεόφιλο να ιερουργήσει κατά την εορτή του προστάτη τους Αγ. Διονυσίου στον Ι. Ναό του Αγ. Ανδρέου, ζητούν δε τη σχετική άδεια από τον Επίσκοπο Αχαϊας, ο οποίος, όμως, αρνείται. Έτσι, «κατ´ επίμονον παράκλησιν των επιτελούντων την εορτήν», η θεία λειτουργία τελείται τελικώς στον ναό της Παντανάσσης, «εν ακροτάτω ησυχία και τάξει».

III. Η εικασία ότι το έτος 1840 έλαβε χώρα η θεμελίωση του ναού της Παντανάσσης επιβεβαιώνεται από, άγνωστο μέχρι σήμερα, υλικό, το οποίο βρίσκεται στα Γενικά Αρχεία του Κράτους και συγκεκριμένα στο Αρχείο του Υπουργείου των Εκκλησιαστικών και στον με αριθ. 243 Φάκελο υπό τον τίτλο «Αχαΐας και Ήλιδος ενοριακαί εκκλησίαι». Στις 29 Απριλίου 1840, περί τους 100 ενορίτες της Παντανάσσης, αποστέλλουν ένα έγγραφο προς τη Β. Διοίκηση Αχαΐας. Σύμφωνα με αυτό, ο ναός της Παντανάσσης, κείμενος μεταξύ της άνω και κάτω πόλεως των Πατρών και επιδιορθωθείς μετά την ελευθέρωση της πόλεως, υπήρχε, ως ενοριακή εκκλησία «και προ του ιερού αγώνος», είχε συγχωνευθεί δε σε αυτόν το μεγαλύτερο μέρος του ναού του Αγ. Γεωργίου, επί των θεμελίων του οποίου ανεγέρθηκε, μετά την κατεδάφισή του, Δημοτικό Σχολείο από τον Κυβερνήτη Ι. Καποδίστρια.

Ο εν λόγω (νέος) ναός απαιτείται να ανεγερθεί, σημειώνουν οι ενορίτες, για δύο λόγους· «διότι ο ήδη υπάρχων είναι ετοιμόρροπος, και διότι δεν είναι αναλόγου χωρητικότητος ως προς την πληθύν των προσερχομένων εις το προσεύχεσθαι ομοθρήσκων». Οι υπογράφοντες ενορίτες, επιθυμώντας να συμβάλουν στην «ανόρθωσιν του τοιούτου εκκλησιαστικού καταλύματος», παρακαλούν τη σεβαστή Διοίκηση Αχαΐας να διαβιβάσει την εν λόγω αναφορά προς τον Βασιλέα Όθωνα, προκειμένου να δοθεί η άδεια να «αναγερθή ο ναός της Παντανάσσης», σύμφωνα, ασφαλώς, με τους αρχιτεκτονικούς κανόνες που επέβαλε η διατήρηση του σχεδίου της πόλεως. Εξάλλου, σύμφωνα με την τότε κείμενη νομοθεσία, τη Διακήρυξη, δηλαδή, περί ανεξαρτησίας της Ελληνικής Εκκλησίας της 23.7/4.8.1833 τα ζητήματα της «οικοδομής και συντηρήσεως εκκλησιών» αποτελούσαν αντικείμενο διευθετήσεως από την κοσμική μόνο εξουσία (ά. 18 §6).

Επισημαίνεται, τέλος, ότι ο ναός θα ανεγερθεί πλησίον της ίδιας θέσεως, όπου βρίσκεται ο ήδη ετοιμόρροπος, καθώς «και επί ιδιοκτήτου οικοπέδου της ιδίας Εκκλησίας». Κατακλείοντας την αναφορά τους, οι ενορίτες της Παντανάσσης εκφράζουν την πεποίθησή τους ότι ο Βασιλέας θα ανταποκριθεί τάχιστα στο αίτημά τους «προς ευχαρίστησιν των πιστών υπηκόων του», οι οποίοι θα μπορούν να προσεύχονται ευχαρίστως εντός του «εντός ολίγου αποκατασταθέντος» λαμπρού ναού «υπέρ της ευημερίας, προόδου και υποστηρίξεως του θρόνου του».

Η εν λόγω αναφορά παραλαμβάνεται από τη Διοίκηση Αχαΐας στις 7 Μαΐου 1840 και αυθημερόν προωθείται στην Επισκοπή Αχαΐας «διά να δώση τας πληροφορίας και την γνώμην της» επ´ αυτής, σύμφωνα με τις διατάξεις της Ι. Συνόδου και της επί των Εκκλησιαστικών Γραμματείας «περί ανακαινίσεως και εκ βάθρων ανεγέρσεως Ιερού Ναού», προκειμένου η Διοίκηση να ενεργήσει ακολούθως τα περαιτέρω. Η Επισκοπή Αχαΐας, στην απάντησή της (αριθ. 42) προς τη Β. Διοίκηση της 9 Μαΐου 1840, που υπογράφεται από τον πρωτοσύγκελο Θεόφιλο [Βλαχοπαπαδόπουλο] και τον Αρχιμανδρίτη Μελέτιο, παρατηρεί ότι η ανέγερση του ναού της Παντανάσσης «είναι απολύτως αναγκαία» και παρακαλεί ταυτοχρόνως τη Διοίκηση να ενεργήσει τα αναγκαία προκειμένου να εκδοθεί το συντομότερο η άδεια. Δύο μόλις ημέρες αργότερα, και δη στις 11 Μαΐου, ο Διοικητής Αχαΐας ζητά για τα περαιτέρω από τον Δήμαρχο Πατρέων τη γνωμοδότηση του Δημοτικού Συμβουλίου, το οποίο, κατά τη συνεδρίαση της 20ης Μαΐου, αποφαίνεται θετικά …

Εν συνεχεία, ο Διοικητής Αχαΐας, αποστέλλει στις 29 Μαΐου 1840 προς την επί των Εκκλησιαστικών Γραμματεία το με αριθ. 3341 έγγραφό της, που το παραλαμβάνει μετά διήμερο, με το οποίο, αφού διαπιστώνει ότι όλοι οι εμπλεκόμενοι φορείς (ενορίτες, Επισκοπή Αχαΐας, Δήμος) αναγνωρίζουν την ανάγκη «μεταποιήσεως της ήδη υπαρχούσης μικράς εκκλησίας της Παντανάσσης», ζητά από τη Γραμματεία να εγκρίνει την αίτηση αδείας, διότι είναι «κατά αλήθειαν ουσιώδης έλλειψις διά την πόλιν των Πατρών η έλλειψις τοιούτου Ιερού καταφυγίου».



Την επομένη, ο Γραμματέας επί των Εκκλησιαστικών Ν[ικόλαος] Γ. Θ[εοχάρης] αποστέλλει το με αριθ. 2198 της 1ης Ιουνίου 1840 απαντητικό έγγραφο προς τον Διοικητή Αχαϊας, με το οποίο του γνωστοποιεί ότι επιτρέπεται να μεταποιηθεί «εις ευρύχωρον Ναόν η υπάρχουσα νυν εν Πάτραις μικρά εκκλησία της Παντανάσσης», με την τήρηση των κείμενων διατάξεων περί οικοδομών τόσο καθόσον αφορά στην ευρυθμία, καθώς ακόμα «και την της οικοδομής στερεότητα, ου μόνον δε αλλά προς παν άλλο αφορών την εσωτερικήν διακόσμησιν και την φωταγώγησιν του Ιερού Ναού». Και όλα αυτά σε στενή συνεργασία με τη Δημοτική Αρχή των Πατρών, διότι ο Ι. Ναός αποτελεί μέρος της όλης περιοχής αυτού τούτου του Δήμου.   

IV. Ο έγκριτος ιστορικός των Πατρών Κ. Τριανταφύλλου αναφέρει στο δίτομο λεξικό του (1995, γ´ έκδ.) ότι την 15.12.1919 «ο εθνομάρτυς άγιος μητροπολίτης Σμύρνης Χρυσόστομος ήλθε και ιερούργησε [στον ναό της Παντανάσσης], κηρύξας και τον θείον λόγον» (σ. 1555). Πράγματι, κατά τον Τύπο της εποχής, ο ναός της Παντανάσσης «είχε διακοσμηθή μετά πολλής φιλοκαλίας δι´ ανθέων» προκειμένου να φιλοξενήσει κατά την Κυριακή 15 Δεκεμβρίου 1919 τις λατρευτικές εκδηλώσεις, τις οποίες διοργάνωνε, με την ευκαιρία των ονομαστηρίων του Πρωθυπουργού Ελ. Βενιζέλου, ο Σύλλογος Φιλελευθέρων Αχαΐας και Ήλιδος («Νεολόγος Πατρών, 16 Δεκεμβρίου 1919). Ωστόσο, στις εκδηλώσεις αυτές προέστη τελικώς ο Ναυπακτίας Αμβρόσιος. Και τούτο, διότι, όπως ενημέρωσε τον Σύλλογο των Φιλελευθέρων ο, ευρισκόμενος στην Αθήνα, βουλευτής Αχαΐας Χρ. Κορύλλος, ο Σμύρνης Χρυσόστομος, όλως απροόπτως, δεν θα μπορούσε να παρευρεθεί. Μάλιστα, απέστειλε στον Πρόεδρο του Συλλόγου, οικονόμο π. Γ. Μαυρίδη, ο οποίος, λίγους μήνες αργότερα (24.5.1920), εξελέγη εφημέριος του ναού της Παντανάσσης (Νεολόγος Πατρών, 25 Μαΐου 1920), το ακόλουθο τηλεγράφημα: «Έφθασεν εκ Σμύρνης Ύπατος Αρμοστής. Έχομεν μετ´ αυτού μεγάλα ζητήματα προς λύσιν και αναχωρούμεν την Κυριακήν. Λυπούμαι μη δυνάμενος έλθω. Σύγγνωτε. Ευλογώ πάντας. Σμύρνης Χρυσόστομος» («Το Φως», 15 Δεκεμβρίου 1919).

V. Και, για το τέλος, ένα διδακτικό γεγονός, το οποίο έλαβε χώρα μεταξύ των ετών 1850 και 1853, όταν εξακολουθούσε η ανέγερση της εκκλησίας της Παντανάσσης και παραθέτει ο «Νεολόγος Πατρών» στο φύλλο της Τρίτης 20 Σεπτεμβρίου 1905. Δύο εκ των πλουσίων κατοίκων των Πατρών, οι Κανέλλος Σέκκας και Βασίλειος Παπαϊωάννου, είχαν προσφέρει δωρεές για την ανέγερση του ναού. Σε ανάμνηση της δωρεάς του, πρότειναν να χαραχθούν τα ονόματά τους επί δύο κιόνων, όπως και έγινε. Τη νύκτα, όμως, «αίφνης χωρίς να φυσήση δυνατός άνεμος, χωρίς να πέση ραγδαία βροχή, χωρίς να γίνη σεισμός, οι δύο κίονες της εκκλησίας κατέπεσαν και μαζή με την καταστροφήν των εχάθησαν και τα ονοματεπώνυμα των δύο δωρητών». Αυτό θεωρήθηκε από τον κόσμο κακός οιωνός και, όταν ξανακτίστηκαν οι κολώνες, απαγορεύθηκε να χαραχθούν σε αυτές τα ονόματά τους. Μάλλον, αγνοούσαν την ευαγγελική προτροπή «Μη γνώτω η αριστερά σου τι ποιεί η δεξιά σου» (Ματθ. στ’, 3)…

Ζούμε, ατυχώς, σε καιρούς “ταραχής και ακρισίας” (Ξενοφώντας, Ελληνικά 7.5.27). Για αυτό, φαντάζει, ίσως, υπέρποτε άλλοτε, επίκαιρη η έκκληση του Στέλιου Σπεράντσα (Σμύρνη 1888 – Αθήνα 1962), ιατρού και λογοτέχνη, η οποία αποτυπώνεται στο αχρονολόγητο, εξάστροφο ποίημά του υπό τον τίτλο “Παντάνασσα”, το οποίο βρέθηκε στο αρχείο του Ναού: “Πολύκυκλη η ζωή και πονεμένη. Της έκραξα στην χάρη Σου “στυλώσου”. Ορθό όμως και στενό το μονοπάτι της σωτηρίας…Μεσίτεψε στο Γυιό Σου…”. Και καταλήγει ο ποιητής: “Του κόσμου την καρδιά του μίσους τρώγει, βαθιά φαρμακερό άγριο φαλάγγι. Ω, γείρε, Ευλογημένη, στους ανθρώπους, στον πόνο των Ελλήνων, στην ανάγκη”…

* Ευχαριστώ θερμώς τον Προϊστάμενο του Ναού της Παντανάσσης π. Κων/νο Παπαδόπουλο για την ευγενική παραχώρηση σπάνιου φωτογραφικού υλικού.

** Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στην εφημ. «Πελοπόννησος της Κυριακής» της 22 Νοεμβρίου 2015.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...