Κυριακή, 7 Οκτωβρίου 2012

ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΠΑΤΡΩΝ ΚΑΙ ΗΛΕΙΑΣ ΙΕΡΟΘΕΟΣ ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ (1892-1903) Ο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΑΔΑΜΑΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ


Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Πατρῶν 
κ.κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
 
 
ΜΕΡΟΣ (Β’)
Στίς 12 Ὀκτωβρίου 1853, ὁ νεαρός Πέτρος ἐγκαταλείπει τά Τρεστενά, τό ὄμορφο χωριό του, καί μέ τήν εὐχή τῶν γονέων του, φτάνει στήν κλεινή καί γεραρά Μονή τοῦ Μεγάλου Σπηλαίου, γιά ἀγῶνες ἀσκητικούς κοντά στόν σεβάσμιο Γέροντα Ἱερόθεο Πετρόπουλο.
            Ὁ Μητροπολίτης Ἱερόθεος σημειώνει στό τετράδιό του:
«Εἰς τό Μέγα Σπήλαιον ὑπετάγην εἰς τόν σεβάσμιον Γέροντα Ἱερόθεον Πετρόπουλον, Προηγούμενον, μεμακρυσμένον συγγενῆ μου, τοῦ ὁποίου τό ὄνομα ἔλαβον, ὅτι τό 1857 ἔλαβον τήν κουράν τοῦ Μοναχοῦ.
            Μετά δέ δύο ἔτη, ἤτοι τό 1859, ἐκλήθην εἰς Ἀθήνας ὑπό τοῦ νεοχειροτονηθέντος Ἐπισκόπου Γυθείου Ἰωσήφ, ὅστις μέ ἐχειροτόνησεν Ἱεροδιάκονον τήν 29ην Αὐγούστου τοῦ ἰδίου ἔτους, ἐν τῇ Ἱερᾷ Μονῇ Πετράκη, καί ἠκολούθησα αὐτόν εἰς τήν ἐπαρχίαν του».
            Ἀπό τίς παραπάνω σημειώσεις φαίνεται ὁ ἱερός ζῆλος τοῦ νεαροῦ Πέτρου νά εἰσέλθῃ στίς αὐλές τοῦ Κυρίου καί νά ἐνδυθῇ τό Ἀγγελικό Σχῆμα. Ὅμως, ὑποτάσσεται καί μαθητεύει κοντά σέ «σεβάσμιο» Γέροντα, γιατί ὁ μοναχικός δρόμος εἶναι κοπιώδης και δύσκολος. Χρειάζεται ὁδηγός ἀπλανής γιά τήν κατά Θεόν πορεία. Πολλές φορές χωρίς πνευματική δοκιμασία, χωρίς ὑποταγή, χωρίς ἐκκοπή τοῦ ἰδίου θελήματος, ὁδηγοῦνται εὐσεβεῖς νέοι μας, οἱ ὁποῖοι εἶναι καλά καί εὐλογημένα παιδιά, στόν μοναχικό βίο. Ἡ ἀπειρία ὅμως δημιουργεῖ ναυάγια, καί ὁ διάβολος καιροφυλακτεῖ προκειμένου νά καταπίῃ τούς ἀδοκίμους ἀγωνιστάς. Ὁρμώμενος ἀπό τό ἁγιασμένο παράδειγμα τοῦ Ἱεροθέου, δράττομαι τῆς εὐκαιρίας νά θίξω τό τόσο σημαντικό αὐτό θέμα, ἀπό τό ὁποῖο ἀξαρτῶνται πολλά ὡς πρός τήν πορεία τῶν Ἐκκλησιαστικῶν μας πραγμάτων καί τήν πνευματική πρόοδο τῶν Μοναχῶν ἀλλά καί ὅλων τῶν Κληρικῶν.
            Καί συνεχίζει ὁ μακάριος ἀνήρ:
«Ἐκεῖ, ἐν Γυθείῳ, διήκουσα τά Σχολαρχιακά μαθήματα, καί τό 1862 κατετάχθην μαθητής ἐν τῇ ἐν Ἀθήναις Ῥιζαρείῳ Σχολῇ. Εἶτα, συμπληρώσας ἐπί τριετίαν τά ἐγκύκλια μαθήματα, ἐνεγράφην το 1866 φοιτητής τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς ἐν τῷ Ἐθνικῷ Πανεπιστημίῳ. Ἐκήρυττον δέ και τόν θεῖον λόγον ἐν τῷ Ἱερῷ Ναῷ τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης, ἱεροδιάκονος ὤν ἐν αὐτῷ». 
            Ἡ Θεολογία στηρίζεται στήν πνευματική ζωή, ὅπως βιώνεται μέ τήν προσευχή καί τήν ἐσωτερική σχέση μέ τόν Θεό, μέσα στήν Ἐκκλησία, τελειουμένη διά τῶν Ἱερῶν Μυστηρίων. Ὁ Ἅγιος ΝεῖλοςἈσκητής λέγει: «Εἰ θεολόγος εἶ, προσεύξῃ ἀληθῶς, καί εἰ ἀληθῶς προσεύχῃ, θεολόγος εἶ». Αὐτήν τήν γνώση καλλιεργοῦσε ἐμπειρικά ὁ πολύς Ἱερόθεος. Ὅμως δέν παρέλειψε νά καλλιεργήσῃ καί τήν θύραθεν σοφία, ἡ ὁποία ἐπίσης εἶναι δῶρον Θεοῦ. Ἔτσι ὁ νεαρός Διάκονος, παράλληλα μέ τά καθήκοντά του στόν Ἱερό Ναό, τά ὁποῖα ἐπιτελοῦσε μέ σεμνότητα καί ἱεροπρέπεια καί σύνεση γεροντική, καίτοι νέος εἰς τήν ἡλικία, μελετᾶ καί τήν ἐπιστήμη τῆς Θεολογίας, στά ἕδρανα τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν.
            Τότε ἡ Θεολογική Σχολή ἦτο φυτώριον ἁγιότητος. Τώρα χρειάζεται μεγάλος ἀγώνας γιά να κρατηθοῦν οἱ Σχολές σέ αὐτά τά πνευματικά ὕψη, ἀφοῦ οἱ καιροί ἔχουν ἀλλάξει τόσο πολύ, καί τό πνεῦμα τῆς ἐκκοσμίκευσης ἔχει ἐπηρεάσει τά πάντα. Πιστεύουμε ὅτι παρά τήν  πνευματική κρίση, καί σήμερα οἱ Θεολογικές μας Σχολές, μέσα ἀπό τόν ἀγῶνα καί τίς προσπάθειες κατηρτισμένων καθηγητῶν καί τήν παρουσία εὐλογημένων φοιτητῶν, συνεχίζουν τήν προσφορά τους στήν Ἐκκλησία καί τό Ἔθνος.
            Ἄς προχωρήσωμε ὅμως στίς σημειώσεις τοῦ κλεινοῦ Ἱεράρχου:
            «Τήν 18ην Ἰουλίου τοῦ 1870 διωρίσθην ὑπό τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καί τοῦ Ὑπουργείου, ἱεροκῆρυξ ἔκτακτος ἐν τῷ Νομῷ Αἰτωλοακαρνανίας, ὅτι ἤκμαζεν ἡ ληστεία ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, ἰδίως τῆς Ναυπακτίας καί Εὐρυτανίας. Τήν δέ 20ην Φεβρουαρίου 1872 διωρίσθην ἔκτακτος ἱεροκῆρυξ εἰς τόν Νομόν Λακωνίας, καί ἐκεῖθεν τό 1875 μετετέθην εἰς τόν Νομόν Φθιώτιδος. Ἀλλά τό ἑπόμενον ἔτος παρῃτήθην τῆς Δημοσίου θέσεως τοῦ ἱεροκήρυκος, καί ἔλαβον τήν Διεύθυνσιν τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἐφημερίδος “ἡ Εἰρήνη”, καί εἶτα τοῦ “Λόγου”, διδάσκων ἅμα καί κηρύττων τόν θεῖον λόγον ἐν τῇ Σχολῇ τοῦ κ. Ἀ. Μακράκη, ἧς μέλος ἀπετέλουν, ὅτι καί Πρόεδρος ἅμα τοῦ θρησκευτικοῦ Συλλόγου “Ἰωάννης ὁ Βαπτιστής”».
            Ζῆλος θερμουργός κατέχει τήν ψυχή τοῦ νεαροῦ κληρικοῦ. Ἀγῶνες σέ ἐποχές δύσκολες, καί σέ ἀκόμα δυσκολώτερες περιοχές, γιά νά φυτεύσῃ στίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων τόν Χριστό καί τήν ἀλήθεια τοῦ Ἱεροῦ Εὐαγγελίου. Μελετώντας τήν ἁγιασμένη ζωή τοῦ Ἱεροθέου, ἀντιλαμβάνεται κανείς τούς κόπους καί τούς μόχθους πού κατέβαλλαν τότε οἱ ἱεροκήρυκες, προσφέροντας τήν ἴδια τήν ζωή τους γιά τήν δόξα τοῦ Θεοῦ καί τήν σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. Πόσα ὀφείλει τό Ἔθνος μας σ’ αὐτές τίς σεβάσμιες μορφές, πού κρατώντας τό ῥαβδί στό χέρι καί τό δισάκι στόν ὦμο, ἀνηφόριζαν σέ δρόμους δύσβατους καί βουνά γιά νά μορφώσουν στίς ψυχές Ἰησοῦν Χριστόν Ἐσταυρωμένον καί Ἀναστάντα. Γιά νά ἡμερέψουν τίς καρδιές καί να γεφυρώσουν χάσματα. Γιά νά ἐπουλώσουν πληγές, καί να διδάξουν, ἀκόμη, τά Ἑλληνικά Γράμματα.
            Ἐμεῖς οἱ νεώτεροι Ἱεροκήρυκες ἀγωνιστήκαμε κάτω ἀπό διαφορετικές συνθῆκες, πού διευκόλυναν, ὄχι μόνο τίς μετακινήσεις μας, ἀλλά καί τό ὅλο ἔργο μας. Ὅμως, ἐάν ἕνας διδάσκαλος τῶν Θείων Ἀληθειῶν ἐπιθυμῇ νά ἐπιτύχῃ ὄντως στό ἅγιο ἔργο του, δέν ἔχει παρά νά καθρεφτίζεται κάθε ἡμέρα στίς λαμπρές μορφές τῶν ἀγωνιστῶν αὐτῶν κληρικῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπότισαν μέ τόν ἱδρῶτα τους καί τό αἷμα τους τά χώματα τῆς Ὀρθοδόξου Πατρίδος μας. Θα σταθῶ ὅμως καί στήν σημείωση τοῦ Ἱεροθέου σχετικά μέ τόν διορισμό του ἀπό τό Ὑπουργεῖο στήν Αἰτωλοακαρνανία «ὅτι ἤκμαζεν ἡ ληστεία...». Τότε τό Κράτος χρησιμοποιοῦσε καί τήν δύναμη τῆς Ἐκκλησίας γιά τήν καταστολή τῆς παραβατικότητος. Ἀξιοποιοῦσε τόν λόγο τοῦ Θεοῦ καί τούς καταξιωμένους ἐργάτας τοῦ Εὐαγγελίου. Μακάρι καί τώρα νά κατανοήσῃ ἡ Πολιτεία αὐτήν τήν ἀνάγκη, καί νά ἀξιοποιήσῃ αὐτήν τήν πνευματική δύναμη γιά θεραπεία τῶν παθῶν καί ἔξοδο ἀπό τήν πνευματική κρίση ἡ ὁποία μαστίζει τήν χώρα μας. 
            Ἄς παρακολουθήσωμε ὅμως τά ὅσαἴδιος ἀναφέρει στήν συνέχεια γιά τόν ἑαυτό του:
«Το 1879, καταγγελθέντος τοῦ κ. Ἀπόστολου Μακράκη ἐπί ἀντιθέτους τῇ Ἐκκλησίᾳ δοξασίας, συγκατηγορήθην κἀγώ μετ’ ἄλλων συναδέλφων μου κληρικῶν ὡς ὁμοφρονοῦντες τῷ κ. Μακράκῃ, καί κατεδικάσθημεν ὑπό τῆς Ἱερᾶς Συνόδου εἰς πολυετῆ ἐξορίαν ἐγώ μέν εἰς τήν ἐν Ἄνδρῳ Μονήν τῆς Παναχράντου, καί ἐκεῖθεν εἰς τήν ἐν Πάρῳ Μονήν τῆς Λογγοβάρδας, ἔνθα καί διέμενον ἐπί δύο ἔτη, οἱ δε ἄλλοι συνάδελφοί μου εἰς ἄλλας Μονάς τοῦ Κράτους.
            Ἐπανελθόντες εἰς Ἀθήνας, προσήλθομεν ἐνώπιον τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τό 1884, και ἐζητήσαμε συγγνώμην, ἥτις καί ἐδόθη ἡμῖν. Συγχρόνως δέ ἡ Σύνοδος μέ ἐπρότεινε ὡς ἱεροκήρυκα εἰς τόν Νομόν Αἰτωλοακαρνανίας, καί διωρίσθην ὑπό τοῦ Ὑπουργείου τήν 3ην Δεκεμβρίου τοῦ ἰδίου ἔτους.
            Τό ἑπόμενον ἕτος, 1885, Αὐγούστου 6, μετετέθην εἰς τόν Νομόν Ἀττικῆς, ἔνθα καί διατελῶ ἤδη Ἱεροκῆρυξ.
                                    Ἐν Ἀθήναις τῇ 25ῃ Σεπτεμβρίου 1885
                                  Ἀρχιμανδρίτης Ἱερόθεος Μητρόπουλος, Ἱεροκῆρυξ».
 
            Ἀπό τίς παραπάνω γραμμές φαίνεται ἡ πονεμένη ἱστορία τοῦ Ἱεροθέου, ἡ ἔχουσα σχέση μέ τόν Ἀπόστολο Μακράκη. Δέχθηκε μέ ὑπομονή τήν ἐξορία, καί τήν ἐκμεταλλεύτηκε πνευματικά στά Μοναστήρια ὅπου έγκαταβίωσε ὡς ἔγκλειστος. Ἡ ὑπακοή του στήν Ἐκκλησία τόν ὕψωσε, καί ὁ Κύριος τόν ἐχαρίτωσε. Οἱ ἄνθρωποι εἴμαστε ἀτελεῖς, καί γιά τοῦτο πολλάκις σφάλλουμε. Ἡ ἐκζήτηση τῆς συγγνώμης καί ἡ ταπείνωση —ἔστω καί ἄν κάποτε, ἀνθρωπίνως, ἔχομε ἀδικηθῆ— προδίδουν ἀδαμάντινους χαρακτῆρες, ὅπως ἦτανἹερόθεος. Μετά ἀπό αὐτήν τήν δοκιμασία, τήν προσευχή, τήν πνευματική περισυλλογή καί τήν ὑπακοή στήν Ἐκκλησία, ἦλθε ἡ κατά Θεόν δόξα, ἀφοῦ ὁ ταπεινός Ἱερόθεος ἀνῆλθε στόν Ἀρχιερατικό Θρόνο Πατρῶν καί Ἠλείας.
            Αὐτή τήν δοξασμένη πορεία θά παρακολουθήσωμε στό Γ’ μέρος τῆς ἀναφορᾶς μας στή σεπτή μορφή τοῦ ἀοιδίμου Ἱεροθέου.          

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...